ἀάνθα

ἀάνθα
Grammatical information: f.
Meaning: εἶδος ἐνωτίου παρὰ Άλκμᾶνι ὡς Άριστοφάνης H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Schulze Q. 38 explained it as *αὐσανθα to οὖς (doubtful), but the suffix is unclear (cf. οἰνάνθη); cf. also Bechtel Dial. 2, 366.
Page in Frisk: 1,2

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άανθα — ἄανθα, η (Α) είδος σκουλαρικιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. ξένη λ. Η προέλευση από *αὐς άνθᾱ (θ. συγγενές με το οὖς + *ἄνθᾱ < ἄνθος, οπότε ο τύπος θα ήταν ἀάνθα) θεωρείται αμφίβολη] …   Dictionary of Greek

  • ἀάνθα — ἀάνθᾱ , ἄανθα ear ring fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄανθα — ear ring fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄανθαν — ἄανθα ear ring fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ους — το (ΑΜ οὖς, ὠτός, Α επικ. τ. και οὖας, οὔατος, και δωρ. τ. ὦς) 1. μέλος τού σώματος, όργανο τής ακοής, το αφτί (α. «αἲ γὰρ δή μοι ἀπ οὔατος ὧδε γένοιτο», Ομ. Ιλ. β. «καὶ ἀφεῑλεν αὐτοῡ τὸ οὖς τὸ δεξιόν», ΚΔ) 2. (συνεκδ. με ρ. σε φρ.) η αίσθηση τής …   Dictionary of Greek

  • ōus2 : ǝus- : us- —     ōus2 : ǝus : us     English meaning: ear     Deutsche Übersetzung: “Ohr”     Note: extended with i (ǝusi s), es (ǝusos n.) and en     Note: Root ōus2 : ǝus : us : “ear”, derived from zero grade of Root ghous : “to sound; hear”. Only Indo… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.